διαλείχω

διαλείχω,
A lick clean, Ar.Eq.1034, V.904.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλειχόμενον — διαλείχω lick clean pres part mp masc acc sg διαλείχω lick clean pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείχοντα — διαλείχω lick clean pres part act neut nom/voc/acc pl διαλείχω lick clean pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλεῖξαι — διαλείχω lick clean aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείχειν — διαλείχω lick clean pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείχων — διαλείχω lick clean pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λείχω — (Α) γλείφω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. λείχω ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *leiĝh «γλείφω», στην οποία ανάγονται και άλλες ΙΕ λέξεις με ανάλογη σημ. αλλά με διαφορετικό σχηματισμό (πρβλ. λατ. lingo, αρχ. ινδ. lihati, αρμεν. lizum, lizem, lizanem, γοτθ. bilaigon, ιρλδ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.